Και με το φως του λύκου επανέρχονται-Ζυράννα Ζατέλη

Ένα βιβλίο που διαβάζω ξανά μετά από 20 χρόνια. Η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν στην τρυφερή ηλικία των 17 ετών όταν το «έκλεψα» από τη βιβλιοθήκη της μαμάς μου. Ένα βιβλίο που, οφείλω να ομολογήσω, δεν διαβάζεται ελαφρά την καρδία. Ο αναγνώστης πρέπει να έχει καθαρό μυαλό για να το διαβάσει και να ταξιδέψει μαζί με τους ήρωες της Ζατέλη.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου! Μία πολυμελής οικογένεια, για τα σημερινά δεδομένα, παλεύει με τα δικά της βάσανα, τις δικές της σκοτούρες και τα δικά της σκοτεινά μυστικά. Η μαγεία του βιβλίου έγκειται στο ότι η Ζατέλη καταφέρνει να περάσει στον αναγνώστη τα ήθη και τα έθιμα εκείνης της εποχής, τις δυσειδαιμονίες και τις προκαταλήψεις που είχαν οι άνθρωποι που ζούσαν στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια (πολλές από αυτές τις γνωρίζουμε και σήμερα) και να ξετυλίξει το κουβάρι της διήγησης της με εξαιρετική ευκολία!

Η ίδια της η φιγούρα, άλλωστε, ως απόκοσμη παρουσία στην γήινη στρατόσφαιρα τραβάει τον αναγνώστη σαν μαγνήτης. Η Ζατέλη κατέχει εξαιρετικά την ελληνική γλώσσα και, κατά την άποψη μου, την παίζει στα δάχτυλα, γεγονός που κάνει ακόμα καλύτερο το ανάγνωσμα του βιβλίου της! Η γραφή της απλά μαγευτική!

Δεν είναι τυχαίο που κατέχει το Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1994)!

Ένα βιβλίο που προτείνω να διαβαστεί ανεπιφύλακτα από όποιον δεν το έχει κάνει ακόμα!

Θα συμφωνήσω εξίσου με την περιγραφή στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«Αν πάρεις δέκα σκυλιά και πας και τ’ αφήσεις σ’ έναν αγριότοπο, σε μια ερημιά απ’ όπου δεν περνάει ψυχή ζώσα, τα σκυλιά αυτά μέσα σε λίγες εβδομάδες θα ξαναγίνουν λύκοι…»

Με την ανεξιχνίαστη περιστροφή που θα ακολουθούσε ένα ηλιοτρόπιο της νύχτας, η τέχνη της Ζ.Ζ. -επαληθευμένη χαρμόσυνα σε αυτό το τρίτο της βιβλίο, που είναι και το πρώτο της μυθιστόρημα- αποδεικνύει ότι μπορεί κανείς να γράφει σαν να προσπαθεί να λύσει τα μάγια του κόσμου ή σαν να ξορκίζει τη λύση τους.

Το διάχυτο θέμα αυτών των ιστοριών: πώς γεύεται κανείς το μέλι πάνω στο τσεκούρι, είναι και η απάντηση στη συναρπαστική αδυναμία της αφηγήτριας: ανίκανη να αντέξει το μαράζι της σιωπής, γιατρεύει τη σιωπή της με τη λογοτεχνία.

Ο αναγνώστης έχει τη σπάνια τύχη να μπει σε έναν εραλδικό κόσμο, όπου οι άνθρωποι υπάρχουν σαν διαλυμένα είδωλα, τα οποία εμπλέκονται στο αφηγηματικό υφάδι με τον αινιγματικό τρόπο που μια μουσική φράση παρεισφρέει αναπάντεχα σε ένα ζωγραφικό πίνακα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s