Η ιστορία του βιβλίου

Ωσπερ ξένοι χαίρουσιν ιδείν πατρίδα
Και οι θαλαττεύοντες ίδείν λιμένα,
ούτως και οι γράφοντες ιδείν βιβλίου τέλος.
Αυτό είναι ένα ποιηματάκι που το συναντούμε συχνά στο τέλος τών βυζαντινών χειρόγραψων βιβλίων, όπου ό γραψέας, τελειώνοντας την αντιγραφή, αισθάνεται την ίδια χαρά με τον ξενιτεμένο που γυρίζει στην πατρίδα του, ή με τον θαλασσοδαρμένο ναυτικό, όταν βρίσκει γαλήνιο λιμάνι.
Μακρόχρονη η ιστορία του βιβλίου, γεμάτη μόχθους, συγκινήσεις, χαρές, άπογοητεύσεις, ελπίδες.
΄Οταν μελετάς την ιστορία του βιβλίου, μελετάς την ιστορία της γνώσης, την ιστορία τών ανθρώπων που δέν θέλησαν νά κρατήσουν τη γνώση μόνο γιά τον εαυτό τους, αλλά πάσχισαν νά τη μεταδώσουν και στους άλλους.
Ας πετάξουμε λοιπόν με τα φτερά της φαντασίας και της ψυχής μας στους δρόμους της ιστορίας, αυτού του τόσο πολύτιμου αγαθού που λέγεται βιβλίο.
Στις όχθες του Νείλου στην Αίγυπτο φυτρώνει ένα φυτό που μοιάζει κάπως με τό καλάμι. Αύτό είναι ό πάπυρος. Απ΄ αυτό, εδώ και έξι χιλιάδες χρόνια, οι Αιγύπτιοι έπαιρναν την πρώτη ύλη γραφής. Έκοβαν κομμάτια από το φλοιό του κορμού του παπύρου, και μετα από κάποια επεξεργασία τα ένωναν μεταξύ τους και σχημάτιζαν μακριές ταινίες. ΄Υστερα, με μελάνι και μυτερά καλαμάκια έγραψαν τις ιστορίες τους, τίς προσευχές τους, τους λογαριασμούς τους. Αυτό το υλικό γραφής διαδόθηκε σε όλους τους κατοίκους της Μεσογείου, και φυσικά στην Ελλάδα.
Η αρχική μορφή του βιβλίου ήταν κυλινδρική, αφού το υλικό που χρησιμοποιούσαν όσοι έγραψαν δεν ήταν παρά μια πλατιά ταινία παπύρινη, που την τύλιγαν σε ρολό, παίρνοντας έτσι τη μορφή του κυλίνδρου. Το κείμενο στον πάπυρο γραφόταν σε στήλες κάθετες προς το μήκος της ταινίας. Αυτή τη στήλη την ονομάζουμε σελίδα. Η χρήση του παπύρου σάν γραψική ύλη διατηρήθηκε ώς τόν έβδομο αιώνα μ.Χ. Η γή της Αιγύπτου με το ξηρό της κλίμα διατήρησε όλους σχεδόν τους παπύρους που γνωρίζουμε σήμερα.
Τα παιδιά στο σχολείο, αλλά και έμποροι και κρατικοί υπάλληλοι συνήθιζαν ν; γράφουν τις ασκήσεις τους η να κρατουν σημειώσεις σε ξύλινες πινακίδες στρωμένες με κερί. Στη μια τους άκρη ανοιγαν δύο ή τέσσερις τρύπες, περνούσαν άπ΄ αυτές ένα σχοινάκι και έτσι ένωναν περισσότερες πινακίδες μαζί.
Επειδή ο πάπυρος, καθώς προερχόταν από φυτό, σχιζόταν εύκολα, με άποτέλεσμα νά χάνονται πολλά κείμενα, την εποχή τών διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δυό περίπου αιώνες πρίν από τη γέννηση του Χριστού, επινοήθηκε για αντικαταστασή του ή χρήση δέρματος από κατσίκι ή πρόβατο, της περγαμηνής. Το δέρμα καθαριζόταν από το μαλλί και το λίπος, και ύστερα από κάποια επεξεργασία με κιμωλία ήταν έτοιμο νά δεχθεί τη γραφή. Αυτό το δέρμα ονομάστηκε περγαμηνή από την πόλη Πέργαμο της Μικράς Ασίας, άπ όπου κυρίως΄διοχετευόταν στο εμπόριο.
Η περγαμηνή μπορεί να ήταν πιό ανθεκτική από τον πάπυρο, ήταν όμως και πιό άκριβή. Πόσα πρόβατα θά έπρεπε νά σφαγούν για να γίνει ένα βιβλίο με 200 φύλλα, αν από το κάθε δέρμα είχαμε το πολύ τέσσερα φύλλα; ΄Ετσι τον 8ο με 9ο αιώνα μ.Χ. βρέθηκε μιά μέση λύση, το χάρτί.
Οι ΄Αραβες, που είχαν κατακτήσει τότε όλα τα ανατολικά παράλια της Μεσογείυ, μετέδωσαν στό Βυζάντιο και στην υπόλοιπη Δύση μιά πολύτιμη κινέζικη εφεύρεση, την κατασκευή του χαρτιού. Μικρά μικρά κομματάκια από άχρηστα ρούχα και υφάσματα, αργότερα τουφες από άνεπεζέργαστο μπαμπάκι, ρίχνονταν μεσα σε ένα μεγάλο δοχείο, και με πολύ νερό γίνονταν ένας παχύς πολτός. Ο χαρτοποιός βουτουσε μέσα στον πολτό ένα διχτυωτό τρίχινο ή συρμάτινο τελάρο, το γέμιζε, το τραβούσε επάνω, και όταν το νερό του πολτού στράγγιζε, έμενε να στεγνωθεί και νά γυαλιστεί γιά νά μπορέσει και αυτό νά δεχθεί τη γραφή. Πολύ γρήγορα η γνώση κατασκευής του χαρτιού ξαπλώθηκε σ΄ όλη την Ευρώπη. Σιγά σιγά, από τον 15o αίώνα και μετά, το χαρτί έγινε το μόνο υλικό για την κατασκευή βιβλίων.
Η χρήση του κυλίνδρου στην ανάγνωση ήταν αρκετά δύσκολη. ΄Επρεπε με το ένα χέρι να ζετυλίγεται ο πάπυρος και με το άλλο να τυλέγεται. Γιά τον λόγο αυτόν τον 2ο αίώνα μ.Χ. επινοήθηκε ένας άλλος τρόπος κατασκευής του βιβλίου. ΄Οπως τα παιδιά του σχολείου έδεναν τίς πινακίδες τους τη μία πάνω στην άλλη, έτσι έπαιρναν και οι γραφείς μερικά κομμάτια από πάπυρο ή περγαμηνή και αργότερα από χαρτί, τα δίπλωναν στη μέση, τα έραβαν και έτσι έφτιαχναν ένα τεύχος. Τα τέσσερα φύλλα διπλωμενα στη μεση έδιναν ένα τεύχος με οκτώ φύλλα, που ονομαζόταν τετράδιο (τετράς διά δύο). Πολλά τετράδια ραμμένα μαζί στη ράχη αποτελούσαν τον κώδικα. Κώδικας λοιπόν σημαίνει χειρόγραφο βιβλίο με φύλλα.
Οι αρχαίοι ΄Ελληνες, που έγραφαν τους νόμους τους πάνω σε μαρμάρινες στήλες ή τους ρητορικούς τους λόγους, τίς ιστορίες και ποιήματα τους σε παπύρους, έγραφαν τα γράμματα κεφαλαία (κεφαλαιογράμματη γραφή). Μ΄ αυτή τη γραφή άρχισαν να γράψονται και οι κώδικες, ώς τα μέσα της βυζαντινής εποχής, τόν 8ο με 9ο αίώνα. Τότε εμψανίζεται ένας άλλος τύπος γραφής, που ψαίνεται ότι έχει τίς ρίζες του στην ιδιόμορφη γραφή τών ελληνικών δημοσίων εγγράφων, την εποχή που οι Ρωμαίοι και αργότερα οι Βυζαντινοί διοικούσαν την Αίγυπτο. Η γραφή αυτή είναι ή μίκρογράμματη, αυτή που, εξελιγμένη, τη χρησιμοποιούμε και σήμερα.
Τα κείμενα τών αρχαίων περνούσαν από γενιά σε γενιά με την αντιγραφή. Ειδικά έκπαιδευμενοι γραφείς, οι βιβλιογράψοι ή κωδικογράφοι, εργάζονταν σε ειδικά εργαστήρια, τα βιβλιογραψικά εργαστήρια, γιά πολλές ημέρες, ώσπου νά τελειώσουν ένα βιβλίο. Αφού έκοβαν ανάλογα και χαράκωναν τα λευκά φύλλα της περγαμηνής ή του χαρτιού, κάθονταν σ΄ ένα σκαμνάκι μπροστα σ ένα χαμηλό πάγκο με αναλόγιο και άρχιζαν το κουραστικό έργο της αντιγραφής.
Στον πάγκο ακουμπούσαν τα σύνεργά τους, γραφίδες, μελανοδοχείο, σψουγγάρι γιά να σβήνουν, κοπίδι γιά να ξύνουν τη μύτη της γραφίδας, ψαλίδι γιά να κόβουν την περγαμηνή, διαβήτη για να μετρούν τίς αποστάσεις. Στό αναλόγιο άκουμπουσαν το πρότυπό τους, το βιβλίο που ήθελαν να άντιγράψουν, το αντιβόλαιον, όπως το έλεγαν. Το καινούριο βιβλίο το αντέγραφάν τετράδιο τετράδιο στο γόνατο. Στα βυζαντινά χρόνια και μετά, την περίοδο της τουρκοκρατίας, πολλά μεγάλα μοναστήρια διέθεταν βιβλιογραφικά εργαστήρια, οπου δεν αντιγράψονταν μόνο θρησκευτικά κείμενα, αλλά και αρχαία ελληνικά.
Οι κωδικογράφοι είναι αφανείς ήρωες στον αγώνα για την εξάπλωση της παιδείας και της μόρφωσης, γιατί είναι αυτοί που δούλεψαν με αυταπάρνηση και ταπεινότητα, για να έχουμε σήμερα όλον αυτόν τον πνευματικό πλούτο της ελληνικής διανόησης.
Πολλές φορές, είτε οι ίδιοι οι κωδικογράφοι, είτε άλλοι καλλιτέχνες, διακοσμούσαν τα χειρόγραψα με μικρογραψίες και άλλα διακοσμητικά στοιχεία, επίτιτλα, πρωτογράμματα. Ανάλογα με το περιεχόμενο του βιβλίου, οι μικρογραφίες περιέχουν παραστάσεις από την καθημερινή ζωή, τη ζωή του Χριστού και των αγίων, ή ακόμη και πολεμικά γεγονότα και πορτρέτα αυτοκρατόρων του Βυζαντίου ή άλλων αρχόντων. Είναι πολύτιμες πηγές όχι μόνο για τη μελέτη της Τέχνης, αλλά και για τη μελέτη της ίδιας της Ιστορίας.
΄Οταν τελείωνε η άντιγραφή του βιβλίου, τα τετράδια έπρεπε να δεθούν μεταξύ τους και να καλυφθούν, ώστε να προστατεύονται από τις διάφορες φθορές. Η βιβλιοδεσία ήταν και αυτή μια ξεχωριστή τέχνη. Με γερή κλωστή ράβονταν τα τετράδια σε ορισμένα σημεία στη ράχη τους, και ολόκληρο το σώμα καλυπτόταν πάνω και κάτω από ξύλινες πινακίδες με δερμάτινη κυρίως επένδυση. Ο βιβλιοδέτης συχνά διακοσμούσε τίς εξωτερικές όψεις του δεσίματος με παραστάσεις από τη θρησκευτική ζωή είτε πάνω σε μεταλλικά ελάσματα, που τα κάρφωνε κατόπιν πάνω στίς πινακίδες, είτε με τα έκτυπα ανάλογων μεταλλικών σφραγίδων.
Ο κόπος που κατέβαλλε ο κωδικογράφος, αλλά και τα υλικά που χρησιμοποιούσε εκαναν το βιβλίο, τόν κώδικα, ένα αντικείμενο ακριβό. Γιά τον λόγο αυτόν δεν ήταν εύκολο στον καθένα νά το αποκτησει. Πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων είχαν τη δική τους βιβλιοθήκη και συχνά δάνειζαν ή αντάλλασσαν με άλλους τα βιβλία τους. Τα μεγάλα αλλά και τα μικρά μοναστήρια είχαν επίσης τις δικές τους βιβλιοθήκες όχι μόνο για τους σκοπούς της λειτουργίας τους, αλλά και για χρήση σχολική, αφού πολλά μοναστήρια συντηρούσαν μικρές ή μεγάλες σχολές ελληνικών γραμμάτων.
Από την αρχαιότητα ώς σήμερα πάρα πολλά βιβλία έχουν καταστραφεί είτε από πολέμους είτε από θεομηνίες είτε και από την άγνοια και αφροντισιά των ανθρώπων. Μαζί με τα βιβλία χάθηκαν για πάντα και πολλά δημιουργήματα του πνεύματος. Παρ΄ όλα αυτά, τόσο στίς μεγάλες βιβλιοθήκες, δημόσιες, έκκλησιαστικές ή πανεπιστημιακές, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, στα πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, στην Αμερική, όσο και σε πολλές μικρές και ιδιωτικές, έχουν διασωθεί πολλές χιλιάδες παπύρων και χειρογράφων κωδίκων, που βοηθούν στην πρόοδο της φιλολογίας και της ιστορίας. Η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των παπύρων ονομάζεται παπυρολογία, ενώ αύτη που ασχολείται με τη μελέτη των χειρογράψων περγαμηνών και χάρτινων κωδίκων ονομάζεται παλαίογραφία.
Το Ιστορικό και Παλαιογραψικό Αρχείο του Μορψωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης είναι ένα επιστημονικό κέντρο, όπου γίνεται καταγραφή, μικροφωτογράψηση και μελέτη των ελληνικών χειρογράψων στις διάφορες βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού, καθώς και εκπαίδευση νέων παλαιογράφων.
Το βιβλίο δεν είναι ένα άψυχο αντiκείμενο
κλείνει μέσα του χιλιάδες ψυχές
γνωστών και άγνωστων ανθρώπων
που μάς μιλούν κάθε στιγμή που το ανοίγουμε.
Α. Τ.

 

Advertisements